Η Ιστορία μάς έχει προειδοποιήσει αρκετές φορές για το τι συμβαίνει όταν η Δημοκρατία αντιμετωπίζει τους εχθρούς της σαν απλώς ακόμη έναν συνομιλητή.

Απέναντι στην ακροδεξιά απειλή η οποία κάνει ξανά την εμφάνισή της, δεν αρκεί η ενεργοποίηση της Δικαιοσύνης. Απαιτείται μια συνολική δημοκρατική απάντηση.

Φοβάμαι όμως, ότι απέναντι στην επανεμφάνιση του φασισμού στην Ευρώπη έχουμε αρχίσει πάλι να χρησιμοποιούμε εκείνες τις λέξεις που χρησιμοποιούνται συνήθως λίγο πριν γίνει το κακό.

«Θεσμική αντιμετώπιση».

«Δημοκρατικός διάλογος».

«Πολιτική απομόνωση».

«Σεβασμός στους κανόνες του παιχνιδιού».

Όλα σωστά.

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα:

Οι φασίστες δεν έρχονται για να παίξουν το δημοκρατικό παιχνίδι. Έρχονται για να χρησιμοποιήσουν τους κανόνες του μέχρι να αποκτήσουν τη δύναμη να τους αλλάξουν.

Και η Ευρωπαϊκή Ιστορία έχει πληρώσει πολύ ακριβά την αυταπάτη ότι ο φασισμός μπορεί να εξημερωθεί.

Θα ήθελα, λοιπόν, να πάω τη σκέψη μου ένα βήμα πιο πέρα.

Ίσως και αρκετά βήματα.

Ο φασισμός/ναζισμός δεν είναι απλώς μια ακόμη «πολιτική άποψη»

Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξαναπούμε χωρίς φόβο και χωρίς ενοχές.

Ο φασισμός δεν είναι μια περισσότερο συντηρητική εκδοχή της Δεξιάς.

Δεν είναι μια κάπως υπερβολική άποψη για τη μετανάστευση.

Δεν είναι μια «αντισυστημική φωνή» θυμωμένων πολιτών.

Στον ιστορικό και πολιτικό του πυρήνα βρίσκεται η άρνηση της ισότητας των ανθρώπων, ο αυταρχισμός, ο εθνικιστικός παροξυσμός, η κατασκευή εσωτερικών εχθρών, ο ρατσισμός, η λατρεία της δύναμης και η περιφρόνηση των δημοκρατικών ελευθεριών όταν αυτές εμποδίζουν την επιβολή του.

Και ας μην κοροϊδευόμαστε.

Ο φασισμός σπανίως εμφανίζεται από την πρώτη ημέρα φορώντας στολή και κρατώντας ρόπαλο.

Πρώτα ζητά να ακουστεί.

Ύστερα ζητά να γίνει σεβαστός.

Μετά ζητά να θεωρηθεί «μία από τις απόψεις».

Κατόπιν γίνεται ενδεχόμενος κυβερνητικός εταίρος.

Και στο τέλος αρχίζει να αποφασίζει ποιος δικαιούται να μιλά.

Γι’ αυτό έχει τόσο τρομακτική επικαιρότητα ο στίχος:

«Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

Σπαθιά κρατούσαν οι οχτροί

κι εμείς τα πήραμε για φυλαχτά».

Εκεί βρίσκεται όλη η τραγωδία.

Όχι μόνο στο ότι μπαίνουν στην πόλη οι οχτροί.

Αλλά στο ότι εμείς, κάποια στιγμή, παύουμε να τους αναγνωρίζουμε ως τέτοιους.

Δύο μέτρα και δύο σταθμά;

Και εδώ δεν μπορώ να αποφύγω έναν εξαιρετικά δυσάρεστο συνειρμό.

Πριν από λίγους μήνες αποφυλακίστηκε υπό όρους ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, έπειτα από περίπου 24 χρόνια πραγματικής κράτησης. Ήταν 82 ετών. Το Συμβούλιο Εφετών είχε κρίνει ότι είχε επιδείξει υποδειγματική συμπεριφορά, ότι υπήρχαν εχέγγυα σύννομης ζωής και ότι δεν διαφαινόταν κίνδυνος νέων εγκληματικών πράξεων.

Η αποφυλάκισή του προσβλήθηκε. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε το βούλευμα, εφαρμόζοντας τη διάταξη που απαιτεί 25 χρόνια πραγματικής κράτησης για όσους εκτίουν περισσότερα ισόβια, και ο Γιωτόπουλος οδηγήθηκε ξανά στη φυλακή.

Δεν αμφισβητώ το δικαίωμα της Δικαιοσύνης να εφαρμόζει τον νόμο.

Και δεν πρόκειται να εξωραΐσω τη δράση της 17 Νοέμβρη ή τα εγκλήματά της.

Αλλά δικαιούμαι να παρατηρήσω την εικόνα.

Ένας άνθρωπος 82 ετών, ύστερα από 24 χρόνια εγκλεισμού, επιστρέφει στη φυλακή με δικαστική παρέμβαση.

Και την ίδια στιγμή ο Ηλίας Κασιδιάρης βγαίνει από τη φυλακή και, πριν ακόμη περάσει την πύλη της, έχει ήδη προαναγγελθεί η επιστροφή του στην ενεργό πολιτική και η πρόθεσή του να συμμετάσχει στις επόμενες εκλογές. Η καταδίκη του για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή επιβεβαιώθηκε και σε δεύτερο βαθμό τον Μάρτιο του 2026.

Ας μην κάνουμε το λάθος να ισχυριστούμε ότι οι δύο νομικές περιπτώσεις είναι ίδιες.

Δεν είναι.

Οι ποινές είναι διαφορετικές, τα αδικήματα είναι διαφορετικά και το νομικό καθεστώς είναι διαφορετικό.

Πολιτικά, όμως, η εικόνα είναι εκκωφαντική.

Από τη μία ένας γηραιός κρατούμενος μιας οργάνωσης που ανήκει πλέον στην ιστορία.

Από την άλλη ένα κορυφαίο στέλεχος μιας εγκληματικής νεοναζιστικής οργάνωσης που όχι μόνο δεν αποσύρεται από την πολιτική ζωή αλλά ετοιμάζει την επιστροφή του σε αυτήν.

Και αυτό είναι το κρίσιμο.

Δεν μιλάμε για έναν άνθρωπο που βγαίνει από τη φυλακή και επιστρέφει στην ιδιωτική του ζωή.

Μιλάμε για ένα πολιτικό εγχείρημα που επιχειρεί να επανέλθει στον δημόσιο χώρο.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας.

Το ερώτημα είναι:

Τι κάνει η κοινωνία;

Ο φασισμός δεν νικιέται μόνο στις δικαστικές αίθουσες

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, και το όριο της λεγόμενης θεσμικής αντιμετώπισης.

Φυσικά και χρειάζεται η Δικαιοσύνη.

Φυσικά και χρειάζεται η εφαρμογή του νόμου.

Φυσικά και μια δημοκρατία έχει δικαίωμα να προστατεύεται από εκείνους που θέλουν να την καταλύσουν.

Αλλά όποιος πιστεύει ότι τελειώσαμε επειδή μια εγκληματική οργάνωση καταδικάστηκε κάνει τεράστιο λάθος.

Τα δικαστήρια μπορούν να καταδικάσουν μια εγκληματική οργάνωση. Δεν μπορούν να εξαφανίσουν τις κοινωνικές συνθήκες που γεννούν τον φασισμό.

Δεν μπορούν να οργανώσουν τις γειτονιές.

Δεν μπορούν να προστατεύσουν τον μετανάστη από τον καθημερινό ρατσισμό.

Δεν μπορούν να δώσουν δουλειά στον άνεργο.

Δεν μπορούν να δώσουν προοπτική στον νέο που αισθάνεται ότι δεν έχει μέλλον.

Δεν μπορούν να αποκαταστήσουν τη συλλογικότητα εκεί όπου έχουν μείνει μόνο μοναξιά, φόβος και κοινωνικός κανιβαλισμός.

Αυτά είναι δουλειά της πολιτικής.

Και κυρίως του οργανωμένου λαϊκού κινήματος.

Ναι. Οι φασίστες νικιούνται και στον δρόμο

Ας μην τρομάζουμε από τη φράση.

Ναι. Οι φασίστες νικιούνται και στον δρόμο

Όχι με μαχαιρώματα.

Όχι με αυτοδικία.

Όχι με τυφλή βία.

Αυτές οι πρακτικές είναι ξένες προς ένα δημοκρατικό λαϊκό κίνημα και, πολλές φορές, αποτελούν το καλύτερο δώρο στην ίδια την Ακροδεξιά.

«Στον δρόμο» σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο.

Σημαίνει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε μια αντιφασιστική διαδήλωση.

Σημαίνει συνδικάτα που δεν αφήνουν τους νεοναζί να εμφανίζονται ως δήθεν προστάτες των εργαζομένων.

Σημαίνει φοιτητικούς συλλόγους, σωματεία, δήμους, πολιτιστικούς συλλόγους και συλλογικότητες γειτονιάς.

Σημαίνει τον δημόσιο χώρο γεμάτο από ανθρώπους και όχι παραδομένο σε τάγματα τραμπούκων.

Σημαίνει να ξέρει κάθε επίδοξος φασίστας ότι απέναντί του δεν έχει μόνο έναν εισαγγελέα.

Έχει μια κοινωνία ολόκληρη.

Αυτό ήταν πάντα το μεγάλο όπλο του αντιφασιστικού κινήματος.

Η μαζικότητα.

Η οργάνωση.

Η αλληλεγγύη.

Η πολιτική απομόνωση.

Η φυσική παρουσία των δημοκρατικών πολιτών στον δημόσιο χώρο.

Γιατί το σύστημα δεν είναι πάντοτε τόσο αθώο

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που η Αριστερά οφείλει να λέει καθαρά.

Η ακροδεξιά δεν μεγαλώνει στο πολιτικό κενό.

Και δεν είναι πάντοτε πραγματικά «αντισυστημική».

Στην ιστορία της Ευρώπης, τμήματα των οικονομικών και πολιτικών ελίτ θεώρησαν επανειλημμένα ότι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την άκρα Δεξιά ως ανάχωμα απέναντι στο εργατικό κίνημα, την Αριστερά ή την κοινωνική αναταραχή.

Το αποτέλεσμα το γνωρίζουμε.

Εκείνοι που πίστεψαν ότι θα χρησιμοποιήσουν το τέρας ανακάλυψαν πολλές φορές ότι το τέρας είχε δική του βούληση.

Γι’ αυτό και πρέπει να είμαστε εξαιρετικά καχύποπτοι όταν ακούμε σήμερα ότι η Ακροδεξιά «ωρίμασε».

Ότι «πρέπει να συνομιλήσουμε μαζί της».

Ότι «εκφράζει υπαρκτές αγωνίες».

Ότι πρέπει η παραδοσιακή Δεξιά να υιοθετήσει ένα μέρος της ατζέντας της για να την αποδυναμώσει.

Ότι πρέπει να «δούμε το ενδεχόμενο να υπάρξει συνεργασία με μια πιο σοβαρή Χρυσή Αυγή»!!!

Αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί.

Και σχεδόν πάντα συμβαίνει το αντίθετο.

Δεν μετακινείται η Ακροδεξιά προς τη Δημοκρατία.

Μετακινείται ολόκληρο το πολιτικό σύστημα προς την Ακροδεξιά.

Χθες ήταν αδιανόητο.

Σήμερα είναι «σκληρή θέση».

Αύριο γίνεται κυβερνητική πολιτική.

Και μεθαύριο αναρωτιόμαστε πότε ακριβώς μετακινήθηκε το όριο.

Το αυγό του φιδιού έχει επωαστήριο

Γι’ αυτό δεν μου αρκεί να καταγγέλλουμε τον Κασιδιάρη.

Ούτε να περιμένουμε από τον Άρειο Πάγο να λύσει το πολιτικό πρόβλημα της Ακροδεξιάς.

Το αυγό του φιδιού έχει επωαστήριο.

Είναι η φτώχεια.

Η ανασφάλεια.

Η διάλυση των συλλογικών δεσμών.

Η ανεργία.

Η εγκατάλειψη των λαϊκών συνοικιών.

Η απουσία προοπτικής για τη νέα γενιά.

Η αίσθηση ότι οι ισχυροί δεν τιμωρούνται ποτέ.

Η διαφθορά.

Η αλαζονεία της εξουσίας.

Η κρίση αντιπροσώπευσης.

Και όταν η Αριστερά εγκαταλείπει αυτά τα πεδία, δεν μένουν κενά.

Κάποιος άλλος έρχεται να τα καταλάβει.

Ο φασίστας πηγαίνει στον θυμωμένο άνθρωπο και του προσφέρει την πιο εύκολη απάντηση:

Δεν φταις εσύ. Δεν φταίει η κοινωνική αδικία. Δεν φταίει η εκμετάλλευση. Δεν φταίει η συγκέντρωση πλούτου και εξουσίας.

Φταίει ο μετανάστης.

Φταίει ο διαφορετικός.

Φταίει ο αδύναμος.

Κι έτσι η κοινωνική οργή, αντί να στραφεί προς τα πάνω, στρέφεται προς τα κάτω.

Αυτό υπήρξε πάντοτε μία από τις χρησιμότερες υπηρεσίες της Ακροδεξιάς προς το σύστημα που υποτίθεται ότι πολεμά.

Δεν χρειαζόμαστε «αντιφασισμό σαλονιού»

Γι’ αυτό και δεν χρειάζεται ένας ακόμη επετειακός, αποστειρωμένος αντιφασισμός.

Ένας αντιφασισμός των συνεδρίων.

Των δηλώσεων.

Των επετείων.

Των τηλεοπτικών πάνελ.

Των καλών προθέσεων.

Χρειάζεται λαϊκός αντιφασισμός.

Με εργαζομένους.

Με νέους.

Με συνδικάτα.

Με ανθρώπους της Αριστεράς.

Με δημοκράτες.

Με ανθρώπους που μπορεί να μην είναι καν αριστεροί αλλά ξέρουν πού οδηγεί η κατάλυση των ελευθεριών.

Και αυτό το κίνημα δεν μπορεί να περιορίζεται στο «όχι στους φασίστες».

Πρέπει να δίνει και θετική απάντηση.

Δουλειά.

Αξιοπρέπεια.

Δημόσια Υγεία.

Δημόσια Παιδεία.

Στέγη.

Δικαιώματα.

Ισότητα.

Κοινωνική δικαιοσύνη.

Δημοκρατία μέσα και έξω από τους θεσμούς.

Γιατί μόνο έτσι στερείς από την Ακροδεξιά το έδαφος πάνω στο οποίο φυτρώνει.

Και ποιος θα κρατήσει τη σημαία;

Αναζητούμε τον σημαιοφόρο αυτού του δημοκρατικού εγχειρήματος. Εφόσον οι υπάρχοντες σήμερα απορρίπτονται συλλήβδην από το εκλογικό σώμα, από τους δημοκρατικούς πολίτες.

Οι ηγεσίες είναι απαραίτητες. Τα πρόσωπα μετρούν. Η ηθική αξιοπιστία είναι πολύτιμη.

Αλλά η μεγάλη δύναμη απέναντι στον φασισμό δεν ήταν ποτέ ένας άνθρωπος.

Ήταν οι πολλοί.

Οι οργανωμένοι.

Οι αποφασισμένοι.

Οι άνθρωποι που κάποια στιγμή είπαν:

ΩΣ ΕΔΩ.

Γι’ αυτό και ναι:

Το αυγό του φιδιού δεν αντιμετωπίζεται με τριαντάφυλλα.

Δεν αντιμετωπίζεται όμως ούτε με ένα άλλο φίδι.

Αντιμετωπίζεται με μια κοινωνία όρθια.

Με ένα λαϊκό κίνημα μαζικό, δημοκρατικό, ταξικά και κοινωνικά συνειδητοποιημένο.

Με μια Αριστερά που θα ξαναβρεί τον λόγο ύπαρξής της στις γειτονιές, στους χώρους δουλειάς, στη νεολαία και στα κοινωνικά κινήματα.

Με πολίτες που δεν θα περιμένουν απλώς από το κράτος να τους προστατεύσει από τον φασισμό αλλά θα υπερασπιστούν οι ίδιοι –μαζικά, οργανωμένα και δημοκρατικά– τον δημόσιο χώρο και τις ελευθερίες τους.

Γιατί όταν οι εχθροί μπουν στην πόλη, είναι ήδη αργά να αναρωτιόμαστε από ποια πύλη πέρασαν.

Το ζητούμενο είναι να μην τους έχουμε προηγουμένως ανοίξει εμείς την πόρτα.

Και, κυρίως,

Να μην έχουμε πάρει τα σπαθιά τους για φυλαχτά.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ, ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ, ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΡΟ

Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που σε μια πολιτισμένη κοινωνία δεν πωλούνται.

Δεν πωλείται η υγεία.

Δεν πωλείται η γνώση.

Δεν πωλείται η πολιτιστική κληρονομιά.

Και, πάνω απ’ όλα, δεν πωλείται το νερό.

Γιατί χωρίς νερό δεν υπάρχει αγορά, δεν υπάρχει οικονομία, δεν υπάρχει «επενδυτική ευκαιρία». Δεν υπάρχει ζωή.

Κι όμως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πιστή στην ιδεοληπτική αντίληψη ότι κάθε δημόσιο και κοινωνικό αγαθό πρέπει να μετριέται με όρους κόστους, απόδοσης, εταιρικής αποτελεσματικότητας και κερδοφορίας, επέλεξε μέσα στο κατακαλόκαιρο να ολοκληρώσει ακόμη ένα κομμάτι του ίδιου παζλ.

Στις 31 Ιουλίου 2026 έγινε νόμος του κράτους ο ν. 5325/2026 για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, την αναδιοργάνωση των παρόχων νερού και την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της ΡΑΑΕΥ. Η δημόσια διαβούλευση είχε ανοίξει μόλις στις 10 Ιουλίου και έκλεισε στις 20 Ιουλίου.

Έντεκα ημέρες διαβούλευσης για το νερό.

Για ένα αγαθό που αφορά κάθε σπίτι, κάθε χωριό, κάθε αγρότη, κάθε επιχείρηση, κάθε οικοσύστημα και κάθε μελλοντική γενιά.

Αυτό από μόνο του λέει πολλά για το πώς αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση τη δημόσια συζήτηση.

Δεν είναι απλώς μια “διοικητική μεταρρύθμιση”

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη μεταρρύθμιση ως αναγκαία απάντηση στον κατακερματισμό των φορέων, στα γερασμένα δίκτυα, στις τεράστιες απώλειες νερού και στη λειψυδρία. Αυτά είναι πραγματικά προβλήματα και κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν πρέπει να τα αρνείται. Το Υπουργείο υποστηρίζει ότι η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων θα δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας, καλύτερη χρηματοδότηση και αποτελεσματικότερη διαχείριση.

Το ερώτημα όμως είναι άλλο:

Γιατί η απάντηση στην ανεπάρκεια του δημόσιου συστήματος πρέπει πάντοτε να είναι περισσότερη εταιρικοποίηση;

Γιατί όταν το κράτος έχει αφήσει ΔΕΥΑ και δημοτικά δίκτυα χωρίς προσωπικό, χωρίς επαρκή χρηματοδότηση και χωρίς τις απαραίτητες επενδύσεις, η λύση δεν είναι να τα ενισχύσει αλλά να τα απορροφήσει;

Γιατί το νερό πρέπει να απομακρυνθεί από τον άμεσο δημοκρατικό έλεγχο της τοπικής κοινωνίας και να περάσει σε γιγαντιαίες Ανώνυμες Εταιρείες;

Και κυρίως: γιατί η πρόσβαση στο νερό πρέπει να οργανώνεται όλο και περισσότερο μέσα από τη γλώσσα της “κοστολόγησης”, της “ανάκτησης κόστους”, της “οικονομικής βιωσιμότητας”, της “εισπραξιμότητας” και των εταιρικών ισολογισμών;

Αυτή ακριβώς είναι η πολιτική ουσία του νέου μοντέλου.

Δημοτικές υποδομές και δίκτυα περνούν στις Α.Ε.

Ο νόμος δεν περιορίζεται σε έναν καλύτερο συντονισμό.

Προβλέπει μεταφορά δραστηριοτήτων ύδρευσης, αποχέτευσης και άρδευσης προς την ΕΥΔΑΠ Α.Ε. και την ΕΥΑΘ Α.Ε. και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μεταβίβαση ακόμη και πάγιων περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στους Δήμους. Προβλέπει ότι δίκτυα και υποδομές που κατασκευάζονται ή αντικαθίστανται από τις εταιρείες μπορούν να περιέρχονται αυτοδικαίως στην κυριότητά τους, ενώ όπου τα πάγια παραμένουν στον Δήμο οι εταιρείες αποκτούν δικαίωμα χρήσης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης των υποδομών.

Με άλλα λόγια: η τοπική κοινωνία απομακρύνεται από το ίδιο της το δίκτυο.

Και εδώ βρίσκεται η τεράστια πολιτική αντίφαση.

Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ μπορεί να βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο, δεν είναι όμως δημόσιες υπηρεσίες με την κλασική έννοια. Είναι εισηγμένες Ανώνυμες Εταιρείες, λειτουργούν με εταιρικό δίκαιο, έχουν ιδιώτες μετόχους και διανέμουν μερίσματα. Στην ΕΥΔΑΠ, για παράδειγμα, το Ελληνικό Δημόσιο κατείχε στο τέλος του 2025 το 50%+1 μετοχή και το Υπερταμείο 11,33%, ενώ το υπόλοιπο βρισκόταν σε νομικά και φυσικά πρόσωπα. Τον Μάρτιο του 2026 η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ γνωστοποίησε ότι απέκτησε δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν σε 9,7121% της ΕΥΔΑΠ.

Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Δεν ιδιωτικοποιείται σήμερα τυπικά το νερό. Εντάσσεται όμως ολοένα βαθύτερα σε ένα εταιρικό και αγοραίο μοντέλο διαχείρισης.

Και αυτή η διαφορά δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να αθωωθεί η κυβερνητική πολιτική.

Πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να καταλάβουμε ακριβώς τι κάνει.

Από το κοινωνικό δικαίωμα στον λογαριασμό

Το πιο αποκαλυπτικό ίσως στοιχείο βρίσκεται στη γλώσσα του ίδιου του νόμου.

Η ΡΑΑΕΥ αποκτά την αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τα τιμολόγια των παρόχων και να εποπτεύει την εφαρμογή των κανόνων κοστολόγησης και τιμολόγησης. Παράλληλα, κατά την αξιολόγηση των παρόχων λαμβάνονται υπόψη οικονομικά κριτήρια όπως το λειτουργικό κόστος, το ποσοστό ανάκτησης κόστους, οι ταμειακές ροές, η επάρκεια τιμολόγησης και η εισπραξιμότητα.

Αυτές οι έννοιες μπορεί να είναι λογιστικά αναγκαίες για οποιονδήποτε οργανισμό.

Γίνονται όμως πολιτικά επικίνδυνες όταν μετατρέπονται στην κυρίαρχη φιλοσοφία για ένα αγαθό χωρίς το οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει.

Γιατί ο πολίτης παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως δικαιούχος ενός κοινωνικού αγαθού και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως πελάτης μιας υπηρεσίας.

Και από τη στιγμή που υπάρχει πελάτης, υπάρχει τιμολόγιο.

Από τη στιγμή που υπάρχει τιμολόγιο, υπάρχει «ανάκτηση κόστους».

Από τη στιγμή που υπάρχει εταιρεία, υπάρχει ισολογισμός.

Και όταν υπάρχει εισηγμένη εταιρεία, υπάρχουν μέτοχοι που δικαιούνται μέρισμα.

Η ΕΥΑΘ, για παράδειγμα, αποφάσισε τον Ιούλιο του 2026 διανομή μερίσματος από τα κέρδη του 2025.

Να λοιπόν η θεμελιώδης αντίφαση:

Μπορεί το ίδιο αγαθό να αποτελεί ταυτόχρονα ανθρώπινο δικαίωμα και αντικείμενο εταιρικής απόδοσης;

Εμείς απαντάμε: OXI.

Το νερό δεν είναι προϊόν. Είναι δικαίωμα

Δεν πρόκειται για κάποιο «ακραίο αριστερό σύνθημα».

Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ έχει αναγνωρίσει από το 2010 την πρόσβαση σε ασφαλές και καθαρό πόσιμο νερό και αποχέτευση ως ανθρώπινο δικαίωμα, απαραίτητο για την πλήρη απόλαυση της ζωής και όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Και το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει, στην περίπτωση της ΕΥΑΘ, ότι υπό συνθήκες μονοπωλιακής παροχής ύδρευσης και αποχέτευσης είναι συνταγματικά επιβεβλημένος ο ουσιαστικός έλεγχος της εταιρείας από το Ελληνικό Δημόσιο, ακόμη και μέσω του μετοχικού κεφαλαίου της.

Δεν πρόκειται λοιπόν για ένα ακόμη εμπόρευμα.

Και εδώ ακριβώς συγκρούονται δύο κόσμοι.

Ο ένας κόσμος λέει: κόστος – τιμή – εταιρεία – απόδοση – μέρισμα.

Ο άλλος λέει: ανάγκη – δικαίωμα – ισότητα – δημόσια ευθύνη – κοινωνική αλληλεγγύη.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αποδείξει πολλές φορές ποιο λεξιλόγιο προτιμά και σε ποιόν κόσμο ανήκει.

Η ίδια πολιτική παντού

Στην Υγεία, το δημόσιο νοσοκομείο υποχωρεί και ο πολίτης σπρώχνεται στον ιδιώτη.

Στην Παιδεία, το δικαίωμα μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε προϊόν που αγοράζεται ανάλογα με το πορτοφόλι.

Στον Πολιτισμό, η πολιτιστική κληρονομιά αντιμετωπίζεται πλέον με όρους εταιρικής αξιοποίησης και εμπορικής εκμετάλλευσης.

Και τώρα στο νερό εισάγεται ακόμη βαθύτερα η ίδια λογική:

μεγάλες εταιρικές δομές, κεντρικοποίηση, κοστολόγηση, ανάκτηση κόστους, τιμολόγια, πάγια, αποτίμηση περιουσίας, εταιρική διαχείριση.

Δεν είναι τέσσερις διαφορετικές πολιτικές.

Είναι μία.

Είναι η αντίληψη ότι το κράτος δεν οφείλει να εγγυάται κοινωνικά αγαθά αλλά να οργανώνει «αγορές υπηρεσιών».

Ότι η κοινωνία δεν αποτελείται από πολίτες με δικαιώματα αλλά από καταναλωτές με διαφορετική αγοραστική δύναμη.

Ότι εκεί όπου υπάρχει κοινωνική ανάγκη πρέπει να αναζητηθεί οικονομικό αντικείμενο.

Από αυτή την άποψη, η κυβέρνηση των «αρίστων» αποδεικνύεται κυβέρνηση των α(χ)ρίστων:

γιατί γνωρίζει την τιμή των πάντων και κινδυνεύει να ξεχάσει την αξία τους.

Και η λειψυδρία;

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει πραγματικό πρόβλημα νερού.

Υπάρχουν γερασμένα δίκτυα. Υπάρχουν περιοχές με απαράδεκτες απώλειες. Υπάρχει υπεράντληση υπόγειων υδροφορέων. Υπάρχει κλιματική κρίση. Υπάρχει ανάγκη τεράστιων επενδύσεων.

Αλλά ακριβώς επειδή το νερό γίνεται σπανιότερο, γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο να αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα.

Η σπανιότητα ενός κοινωνικού αγαθού δεν δικαιολογεί την εμπορευματοποίησή του.

Δικαιολογεί το αντίθετο:

περισσότερο δημόσιο σχεδιασμό.

Περισσότερη δημοκρατική εποπτεία.

Μεγαλύτερη κοινωνική προστασία.

Αυστηρότερη οικολογική διαχείριση.

Το νερό δεν πρέπει να πηγαίνει σε εκείνον που μπορεί να πληρώσει περισσότερο.

Πρέπει να κατανέμεται με βάση την ανθρώπινη ανάγκη, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη βιωσιμότητα του υδάτινου αποθέματος.

Η σοσιαλιστική απάντηση: δημόσιο νερό, κοινωνικός έλεγχος, οικολογικός σχεδιασμός

Η απάντηση της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι απλώς «όχι στον νόμο Μητσοτάκη».

Πρέπει να υπάρχει ένα καθαρό εναλλακτικό σχέδιο.

Πρώτον: το νερό να κατοχυρωθεί θεσμικά ως κοινό, κοινωνικό αγαθό και θεμελιώδες δικαίωμα. Οι υποδομές ύδρευσης, αποχέτευσης και βασικής άρδευσης πρέπει να παραμένουν αμεταβίβαστες υπό δημόσιο ή αυτοδιοικητικό έλεγχο.

Δεύτερον: ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ να μετατραπούν σταδιακά σε φορείς 100% δημόσιου κοινωνικού χαρακτήρα. Μακροπρόθεσμος στόχος πρέπει να είναι η έξοδος από τη χρηματιστηριακή λογική και η νόμιμη επαναπόκτηση των ιδιωτικών συμμετοχών. Δεν μπορεί το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό να συνδέεται με την προσδοκία μερίσματος.

Τρίτον: ισχυρές δημόσιες και δημοτικές επιχειρήσεις νερού. Οι ΔΕΥΑ που είναι βιώσιμες και αποτελεσματικές πρέπει να ενισχυθούν, όχι να καταργηθούν. Όπου χρειάζονται οικονομίες κλίμακας, μπορούν να δημιουργηθούν δημόσια διαδημοτικά σχήματα, με συναίνεση των τοπικών κοινωνιών και όχι με αναγκαστική απορρόφηση.

Τέταρτον: κοινωνικό τιμολόγιο πραγματικής καθολικής πρόσβασης. Μία βασική ποσότητα νερού ανά άνθρωπο, επαρκής για αξιοπρεπή διαβίωση, πρέπει να παρέχεται δωρεάν ή με συμβολικό κόστος. Καμία διακοπή παροχής σε ευάλωτο νοικοκυριό επειδή δεν μπορεί να πληρώσει.

Αυτό όμως δεν σημαίνει δωρεάν απεριόριστη κατανάλωση. Η μεγάλη κατανάλωση σε πισίνες, τουριστικές εγκαταστάσεις, βιομηχανίες ή άλλες υδροβόρες δραστηριότητες μπορεί και πρέπει να τιμολογείται προοδευτικά πολύ ακριβότερα. Το δικαίωμα στο νερό δεν είναι δικαίωμα στη σπατάλη.

Πέμπτον: εθνικό δημόσιο πρόγραμμα αντικατάστασης των δικτύων. Αντί για πανάκριβες λύσεις αφού το νερό χαθεί, επένδυση στην ανίχνευση διαρροών, στην τηλεμετρία, στην αντικατάσταση αγωγών, στη συλλογή βρόχινου νερού, στην επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων και —όπου τεκμηριώνεται— σε σύγχρονες μονάδες αφαλάτωσης με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Έκτον: δημόσια διαχείριση ανά υδατική λεκάνη. Το νερό δεν γνωρίζει διοικητικά σύνορα. Απαιτείται επιστημονικός σχεδιασμός από την πηγή έως την κατανάλωση, με πραγματικά δεδομένα για τα διαθέσιμα αποθέματα και σαφή ιεράρχηση: πρώτα ανθρώπινη κατανάλωση και οικοσυστήματα, μετά αναγκαία γεωργική παραγωγή και στη συνέχεια οι υπόλοιπες οικονομικές χρήσεις.

Έβδομον: κοινωνικός και εργατικός έλεγχος. Στη διοίκηση των δημόσιων φορέων νερού πρέπει να εκπροσωπούνται το κράτος, οι Δήμοι, οι εργαζόμενοι, οι καταναλωτές και η επιστημονική κοινότητα. Όχι διορισμένα διοικητικά συμβούλια που λογοδοτούν μόνο στον εκάστοτε υπουργό.

Όγδοον: πλήρης διαφάνεια. Δημόσια, ανοικτά δεδομένα για αποθέματα, απώλειες δικτύων, ποιότητα νερού, κόστος παραγωγής, συμβάσεις, έργα και καταναλώσεις μεγάλων χρηστών.

Ένατον: τέλος στην ιδιωτικοποίηση από την πίσω πόρτα. Καμία παραχώρηση βασικών δικτύων, πηγών και στρατηγικών υποδομών σε ιδιώτες μέσω ΣΔΙΤ ή συμβάσεων μακράς διάρκειας. Οι ιδιωτικές εταιρείες μπορούν να κατασκευάζουν έργα μέσω δημόσιων διαγωνισμών· δεν πρέπει να αποκτούν τον έλεγχο του φυσικού πόρου.

Δέκατον: τα κέρδη από το νερό να επιστρέφουν στο νερό. Κάθε πλεόνασμα των δημόσιων επιχειρήσεων ύδρευσης να επανεπενδύεται σε δίκτυα, ποιότητα, περιβαλλοντική προστασία και κοινωνικά τιμολόγια — όχι να μετατρέπεται σε μέρισμα.

Δεν τους ανήκει

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Σταύρος Παπασταύρου μπορούν να βαφτίζουν αυτή την πολιτική «μεταρρύθμιση».

Μπορούν να μιλούν για «οικονομίες κλίμακας», «βιωσιμότητα των παρόχων» και «ορθολογική κοστολόγηση».

Εμείς όμως δικαιούμαστε να ρωτάμε το απλούστερο:

Ποιος αποφάσισε ότι το νερό πρέπει να λειτουργεί με τους κανόνες μιας Ανώνυμης Εταιρείας;

Και μέχρι πού σκοπεύει να φτάσει αυτή η κυβέρνηση;

Εμπορευματοποίησαν την Υγεία.

Εμπορευματοποίησαν την Παιδεία.

Παραδίδουν τον Πολιτισμό στην εταιρική «αξιοποίηση».

Τώρα βάζουν το νερό ακόμη βαθύτερα στη λογική της αγοράς.

Τι απέμεινε; Ο αέρας που αναπνέουμε;

Υπάρχει όμως μία γραμμή που μια κοινωνία οφείλει κάποτε να τραβήξει.

Και αυτή η γραμμή πρέπει να τραβηχτεί εδώ.

Το νερό δεν ανήκει στην κυβέρνηση.

Δεν ανήκει στις διοικήσεις των Α.Ε.

Δεν ανήκει στους μετόχους.

Δεν ανήκει στην αγορά.

Ανήκει σε όλους.

Στον ηλικιωμένο που μετρά το ευρώ.

Στην οικογένεια που δεν μπορεί να πληρώσει έναν διογκωμένο λογαριασμό.

Στον αγρότη που πρέπει να κρατήσει ζωντανή τη γη του.

Στο παιδί που θα γεννηθεί σε είκοσι χρόνια.

Στα ποτάμια, στους υδροφορείς και στα οικοσυστήματα που δεν έχουν φωνή για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Το νερό είναι ζωή.

Και τη ζωή δεν την πουλάμε.

Μητσοτάκης και Μενδώνη θα λογοδοτήσουν για την εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς

Με τον ν. 5324/2026, που ψηφίστηκε αποκλειστικά από τη Νέα Δημοκρατία και καταψηφίστηκε από το σύνολο της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση Μητσοτάκη διέπραξε μία ακόμη βαρύτατη θεσμική εκτροπή: συνέστησε τον «Οργανισμό Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και διάρκεια λειτουργίας πενήντα ετών.

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα των μνημείων. Προσπαθεί έτσι να κρύψει την ουσία πίσω από ένα νομικίστικο τέχνασμα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος κρατά τον τυπικό τίτλο ιδιοκτησίας. Το ζήτημα είναι ποιος διαχειρίζεται, ποιος εκμεταλλεύεται, ποιος τιμολογεί, ποιος μισθώνει, ποιος παραχωρεί, ποιος αναθέτει και ποιος αποφασίζει τι θα αποφέρει κέρδος.

Ο νέος νόμος δίνει στην Ανώνυμη Εταιρεία την ευθύνη για το ηλεκτρονικό εισιτήριο, τα συστήματα πρόσβασης στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία, τα φυσικά και διαδικτυακά πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, την εμπορική πολιτική, την παραγωγή και πώληση αντιγράφων, την αξιοποίηση ακινήτων, τη συνεργασία με εμπορικά δίκτυα και εξωτερικούς αναδόχους, ακόμη και τη δημιουργία «εμπειριών γαστρονομίας» μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους, ιστορικούς τόπους, μνημεία και μουσεία. Της επιτρέπει επίσης να εκμισθώνει και να παραχωρεί, με κάθε συμβατική μορφή, τη χρήση ακίνητης περιουσίας που διαχειρίζεται για λογαριασμό του ΟΔΑΠ ή του Υπουργείου Πολιτισμού.

Αυτό δεν είναι «εκσυγχρονισμός».

Δεν είναι «ανάδειξη».

Δεν είναι «εξωστρέφεια».

Είναι η εταιρικοποίηση της εθνικής μνήμης. Είναι η υπαγωγή του πολιτισμού στη λογική της αγοράς. Είναι η μετατροπή των μνημείων, των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων από δημόσια κοινωνικά αγαθά σε πεδία εμπορικής εκμετάλλευσης.

Η Λίνα Μενδώνη δεν είναι μια ουδέτερη τεχνοκράτης που εφαρμόζει κάποια αναπόφευκτη διοικητική μεταρρύθμιση. Είναι η πολιτικά υπεύθυνη υπουργός που συνέλαβε, εισηγήθηκε και υπερασπίστηκε αυτή τη βαθιά αντιδραστική επιλογή. Είναι η υπουργός που αντιμετωπίζει την πολιτιστική κληρονομιά ως «αναπτυξιακό πόρο», τις αρχαιότητες ως εμπορικό πλεονέκτημα και τον επισκέπτη ως πελάτη μιας επώνυμης εταιρικής «εμπειρίας».

Και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από την υπουργό του. Η νομοθέτηση αυτή φέρει ακέραιη τη δική του υπογραφή και εκφράζει τον πυρήνα της πολιτικής του: ό,τι είναι δημόσιο να μετατρέπεται σε αγορά, ό,τι είναι κοινωνικό αγαθό να αποκτά τιμοκατάλογο και ό,τι ανήκει στον λαό να παραδίδεται σε διοικήσεις Α.Ε., μάνατζερ, εργολάβους και εμπορικά δίκτυα.

Το άρθρο 24 του Συντάγματος δεν αναθέτει την προστασία των μνημείων στην αγορά. Ορίζει ότι τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Πρόκειται για ενεργή, αδιαπραγμάτευτη και διαρκή κρατική υποχρέωση — όχι για επιχειρηματική δραστηριότητα, ούτε για πεδίο εφαρμογής ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων.

Η πολιτιστική κληρονομιά δεν δημιουργήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία. Δεν ανήκει στη Μενδώνη. Δεν αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της κυβέρνησης Μητσοτάκη για να το εντάσσει σε πεντηκονταετείς εταιρικούς σχεδιασμούς. Ανήκει στον ελληνικό λαό, στις προηγούμενες και στις επόμενες γενιές. Αποτελεί θεμέλιο της ιστορικής μας συνέχειας, της συλλογικής μνήμης και της εθνικής μας αυτογνωσίας.

Η επιλογή να αντιμετωπιστεί αυτός ο ανεκτίμητος πλούτος ως εμπόρευμα αποτελεί, κατά την πολιτική και ιστορική μας κρίση, πράξη εθνικής απιστίας απέναντι στην ευθύνη διαφύλαξης της κληρονομιάς του τόπου.

Η κυβέρνηση πρέπει να γνωρίζει ότι ο νόμος αυτός δεν θα νομιμοποιηθεί στη συνείδηση της κοινωνίας. Θα αγωνιστούμε για την κατάργησή του, για την επιστροφή όλων των αρμοδιοτήτων σε ισχυρές και επαρκώς στελεχωμένες δημόσιες υπηρεσίες και για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς από κάθε μορφή εμπορευματοποίησης, εργολαβοποίησης και εταιρικής εκμετάλλευσης.

Και ας μην αυταπατώνται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η Λίνα Μενδώνη και όσοι ψήφισαν αυτή τη νομοθετική εκτροπή ότι οι ευθύνες τους θα χαθούν μέσα στην πολιτική λήθη.

Θα λογοδοτήσουν πολιτικά και κοινοβουλευτικά. Κάθε πράξη, κάθε σύμβαση, κάθε παραχώρηση και κάθε οικονομική συναλλαγή της νέας εταιρείας θα ελεγχθεί εξονυχιστικά. Και όπου από τον θεσμικό και δικαστικό έλεγχο προκύψουν ευθύνες, αυτές θα αποδοθούν χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς συμψηφισμούς.

Ο Πολιτισμός δεν είναι εμπόρευμα.

Τα μνημεία δεν είναι επιχειρηματικές ευκαιρίες.

Η ιστορική μνήμη δεν είναι εταιρικό χαρτοφυλάκιο.

Η πολιτιστική κληρονομιά ανήκει στον λαό — και ο λαός θα την υπερασπιστεί.