Η αποτυχία μιας πολιτικής δεκαετιών και η ανάγκη για ριζική αλλαγή

Η πρόσφατη τραγωδία στην Πλάκα, όπου έξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας έκρηξης φυσικού αερίου που, σύμφωνα με τις έρευνες, προκλήθηκε κατά την απόπειρα κλοπής χαλκοσωλήνων, αναδεικνύει με τον πιο δραματικό τρόπο τις συνέπειες της οργανωμένης παραβατικότητας, της ανεπαρκούς πρόληψης και της αποτυχίας του κράτους να προστατεύσει την ανθρώπινη ζωή.

Αποτελεί ταυτόχρονα αφορμή για μια ευρύτερη συζήτηση που η ελληνική κοινωνία αποφεύγει εδώ και δεκαετίες: την ανομία, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την αποτυχία των δημόσιων πολιτικών ένταξης και τη διαχρονική ανοχή του πολιτικού συστήματος απέναντι σε καταστάσεις που δεν θα έπρεπε να γίνονται αποδεκτές σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία.

Το ζήτημα των Ρομά αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αυτών των αντιφάσεων.

Ας είμαστε ξεκάθαροι: η εγκληματικότητα δεν έχει εθνότητα και η συλλογική ενοχοποίηση των Ρομά είναι απαράδεκτη. Εξίσου απαράδεκτη, όμως, είναι η επίκληση του κοινωνικού αποκλεισμού ως δικαιολογία για την ανοχή απέναντι σε πραγματικές εγκληματικές δραστηριότητες.

Σε περιοχές όπου καταγράφονται συστηματικά κλοπές, διαρρήξεις, διακίνηση ναρκωτικών, παράνομη εμπορία μετάλλων, ρευματοκλοπές και άλλες μορφές παραβατικότητας, η Πολιτεία έχει υποχρέωση να παρεμβαίνει αποτελεσματικά. Όχι περιστασιακά, με επικοινωνιακές αστυνομικές επιχειρήσεις, αλλά μόνιμα, με οργανωμένο σχέδιο, αστυνομική παρουσία, δικαστική διερεύνηση και κοινωνική παρέμβαση.

Κανένας οικισμός, καταυλισμός ή γειτονιά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως περιοχή περιορισμένης κρατικής παρουσίας. Κανένας πολίτης δεν μπορεί να αισθάνεται εγκαταλελειμμένος απέναντι στην παραβατικότητα. Και κανένας κάτοικος ενός καταυλισμού δεν πρέπει να εγκαταλείπεται στην εξουσία εγκληματικών κυκλωμάτων.

Το κράτος δικαίου είτε ισχύει για όλους είτε παύει να είναι κράτος δικαίου.

Η μεγάλη υποκρισία των πολιτικών κοινωνικής ένταξης

Εδώ και δεκαετίες διατίθενται σημαντικοί εθνικοί και ευρωπαϊκοί πόροι για την κοινωνική ένταξη των Ρομά. Προγράμματα εκπαίδευσης, επαγγελματικής κατάρτισης, απασχόλησης, στεγαστικής αποκατάστασης, υγειονομικής φροντίδας και κοινωνικής διαμεσολάβησης διαδέχονται το ένα το άλλο.

Κι όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν οικισμοί χωρίς επαρκή ύδρευση, αποχέτευση, ηλεκτροδότηση και αποκομιδή απορριμμάτων. Παιδιά μεγαλώνουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, με σοβαρά εμπόδια στην εκπαίδευσή τους. Ολόκληρες κοινότητες παραμένουν αποκομμένες από την οργανωμένη οικονομική και κοινωνική ζωή.

Η εικόνα αυτή δεν επιτρέπει κανέναν εφησυχασμό.

Δεν αποδεικνύει ότι κάθε πρόγραμμα απέτυχε ή ότι όλοι οι πόροι κατασπαταλήθηκαν. Επιβάλλει, όμως, ένα θεμελιώδες ερώτημα: Πού κατευθύνθηκαν τα χρήματα, ποιοι τα διαχειρίστηκαν, ποιοι ωφελήθηκαν και ποια είναι τα πραγματικά, μετρήσιμα αποτελέσματα;

Δεν αρκεί να μετράμε πόσα σεμινάρια πραγματοποιήθηκαν, πόσοι συμμετείχαν σε ημερίδες και πόσες εκθέσεις συντάχθηκαν.

Πρέπει να γνωρίζουμε πόσα παιδιά ολοκλήρωσαν την υποχρεωτική εκπαίδευση, πόσοι ενήλικες απέκτησαν σταθερή νόμιμη εργασία, πόσες οικογένειες εξασφάλισαν αξιοπρεπή στέγη και πόσοι οικισμοί απέκτησαν τις στοιχειώδεις δημόσιες υποδομές.

Όταν η χρηματοδότηση εξαντλείται σε διαδικασίες χωρίς αποδεδειγμένο κοινωνικό αποτέλεσμα, η πολιτική ένταξης κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό αναπαραγωγής του ίδιου προβλήματος.

Η πελατειακή διαχείριση και οι πολιτικές ευθύνες

Υπάρχει και μια άλλη διάσταση που δεν επιτρέπεται να παραμένει εκτός δημόσιας συζήτησης: οι σχέσεις τοπικής πολιτικής εξουσίας, οικονομικών συμφερόντων και άτυπων μηχανισμών επιρροής.

Οι καταγγελίες για πελατειακή εκμετάλλευση κοινοτήτων Ρομά, πολιτική προστασία τοπικών παραγόντων ή επιλεκτική ανοχή σε παρανομίες πρέπει να ερευνηθούν θεσμικά, με συγκεκριμένα στοιχεία και απόδοση ευθυνών.

Δεν είναι δυνατόν οι άνθρωποι αυτοί να αντιμετωπίζονται προεκλογικά ως εκλογική πελατεία και μετεκλογικά ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Ούτε μπορεί η κοινωνική πολιτική να ανατίθεται άτυπα σε μεσάζοντες, τοπικούς παράγοντες και αυτοανακηρυγμένους εκπροσώπους, χωρίς διαφάνεια, δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοσία.

Η φτώχεια δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Και η κοινωνική ένταξη δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την απουσία του κράτους.

Τι πρέπει να αλλάξει – Ένα συγκεκριμένο σχέδιο παρέμβασης

1. Τέλος στις περιοχές περιορισμένης κρατικής παρουσίας.

Μόνιμη και οργανωμένη παρουσία των αρμόδιων δημόσιων υπηρεσιών σε κάθε οικισμό όπου εντοπίζονται σοβαρά προβλήματα. Στοχευμένες αστυνομικές επιχειρήσεις, υπό δικαστικό έλεγχο όπου απαιτείται, κατά εγκληματικών δικτύων, διακίνησης ναρκωτικών, εμπορίας ανθρώπων και συστηματικών κλοπών. Προστασία των κατοίκων, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των Ρομά, από εκβιασμούς και εγκληματική εκμετάλλευση.

2. Χτύπημα στην οικονομική βάση της παραβατικότητας.

Αυστηρή ιχνηλασιμότητα της εμπορίας χαλκού και άλλων μετάλλων. Υποχρεωτική καταγραφή προέλευσης, προμηθευτή και συναλλαγών από τις επιχειρήσεις ανακύκλωσης. Συστηματικοί φορολογικοί και αστυνομικοί έλεγχοι στους αποδέκτες κλεμμένων υλικών. Διερεύνηση των οικονομικών δικτύων που μετατρέπουν τις μικροκλοπές σε οργανωμένη και κερδοφόρα δραστηριότητα.

3. Ριζική αναθεώρηση και δημόσιος έλεγχος της χρηματοδότησης.

Ανεξάρτητος διαχειριστικός και ουσιαστικός έλεγχος των προγραμμάτων ένταξης της τελευταίας δεκαπενταετίας. Δημοσιοποίηση δικαιούχων, αναδόχων, προϋπολογισμών, παραδοτέων και πραγματικών αποτελεσμάτων. Αξιολόγηση κάθε νέας δράσης με κοινωνικούς δείκτες και όχι μόνο με την απορρόφηση κονδυλίων. Αναστολή ή ανασχεδιασμός αποδεδειγμένα αναποτελεσματικών παρεμβάσεων, με διασφάλιση των αναγκαίων κοινωνικών υπηρεσιών.

4. Σταδιακή κατάργηση των συνθηκών γκετοποίησης.

Καταγραφή των πραγματικών στεγαστικών αναγκών. Άμεση εξασφάλιση πόσιμου νερού, αποχέτευσης, καθαριότητας και ασφαλούς ηλεκτροδότησης. Σταδιακή μετάβαση από τους ακατάλληλους καταυλισμούς σε αξιοπρεπή, διάσπαρτη κατοικία μέσα στον αστικό και κοινωνικό ιστό, χωρίς δημιουργία νέων γκέτο και χωρίς αναγκαστικούς εκτοπισμούς.

5. Κανένα παιδί εκτός σχολείου.

Πραγματική καθολική φοίτηση στην υποχρεωτική εκπαίδευση, με μεταφορά μαθητών, σχολική διαμεσολάβηση, ενισχυτική διδασκαλία και συστηματική συνεργασία σχολείου, οικογένειας και κοινωνικών υπηρεσιών. Αντιμετώπιση της παιδικής εργασίας και της εκμετάλλευσης ανηλίκων. Οι γονείς έχουν υποχρεώσεις απέναντι στα παιδιά τους και η Πολιτεία έχει υποχρέωση να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε αυτές να εκπληρώνονται.

6. Από τα επιδόματα στην πραγματική οικονομική και εργασιακή ένταξη.

Ουσιαστική επαγγελματική κατάρτιση συνδεδεμένη με συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, πιστοποίηση δεξιοτήτων, υποστήριξη της νόμιμης αυτοαπασχόλησης και των κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Έλεγχος της πραγματικής απασχόλησης μετά την ολοκλήρωση κάθε προγράμματος. Καταπολέμηση των διακρίσεων στην πρόσληψη και στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

7. Δημοκρατική συμμετοχή χωρίς μεσάζοντες και προστάτες.

Δημιουργία ανοιχτών τοπικών δομών διαλόγου, με συμμετοχή των κατοίκων Ρομά, της τοπικής κοινωνίας, των δήμων, των σχολείων και των κοινωνικών υπηρεσιών. Διαφανείς διαδικασίες εκπροσώπησης, χωρίς μονοπώλια και πελατειακές εξαρτήσεις. Ειδική ενθάρρυνση της συμμετοχής γυναικών και νέων.

8. Ενιαία δημόσια ευθύνη με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Διυπουργικός μηχανισμός εφαρμογής, με επιχειρησιακή ευθύνη των αρμόδιων υπουργείων και της Αυτοδιοίκησης. Για κάθε οικισμό, συγκεκριμένο σχέδιο τριετίας, δημόσιος προϋπολογισμός, υπεύθυνος υλοποίησης και εξαμηνιαία δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων. Ανεξάρτητη αξιολόγηση και δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Ούτε ρατσισμός ούτε ανοχή στην ανομία

Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος δεν είναι υπόθεση του στρατού, ούτε μπορεί να επιτευχθεί με συλλογικές τιμωρίες, αστυνομική αυθαιρεσία ή καταστολή χωρίς κοινωνική πολιτική.

Απαιτεί ισχυρό δημοκρατικό κράτος, αποτελεσματική αστυνομία, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες και αποφασιστική πολιτική βούληση.

Η κοινωνική καταγωγή δεν προσφέρει ασυλία απέναντι στον νόμο. Όπως και η παραβατικότητα ορισμένων δεν μπορεί να καταδικάζει συλλογικά μια ολόκληρη κοινότητα.

Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην ασφάλεια και στα κοινωνικά δικαιώματα. Είναι να εξασφαλίσουμε και τα δύο.

Αυτή οφείλει να είναι και η απάντηση μιας σύγχρονης, δημοκρατικής Αριστεράς: όχι η αμήχανη σιωπή μπροστά στην παραβατικότητα, από φόβο μήπως χαρακτηριστεί ρατσιστική· ούτε η υιοθέτηση της ακροδεξιάς ρητορικής της συλλογικής ενοχοποίησης.

Αλλά μια πολιτική κοινωνικής δικαιοσύνης με πραγματικό περιεχόμενο, που συνδυάζει δικαιώματα, υποχρεώσεις, πρόληψη, λογοδοσία και ισονομία.

Γιατί μια δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να αποδέχεται ούτε ανθρώπους που γεννιούνται και μεγαλώνουν σε συνθήκες εξαθλίωσης ούτε πολίτες που ζουν υπό τον φόβο της εγκληματικότητας.

Δεν χρειαζόμαστε άλλα προσχηματικά προγράμματα και άλλες μεγαλόστομες διακηρύξεις. Χρειαζόμαστε δημόσιο έλεγχο, μετρήσιμα αποτελέσματα και πολιτική σύγκρουση με κάθε μηχανισμό που συντηρεί την ανομία, την εκμετάλλευση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Η δημοκρατία δεν πρέπει να έχει ούτε πολίτες δεύτερης κατηγορίας ούτε περιοχές έξω από την ισχύ του νόμου.

Κώστας Καρμπέρης

Οκτώβριος 2026

Από την εκπαιδευτική εξέγερση στη δημοκρατική και σοσιαλιστική ρήξη στην Ευρώπη

10 Οκτωβρίου 2026

Οι μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις που συγκλονίζουν τη Γαλλία και το Βέλγιο δεν αποτελούν μια στιγμιαία νεανική έκρηξη ούτε μια απλή διαμαρτυρία για επιμέρους εκπαιδευτικά προβλήματα. Είναι η ορατή εκδήλωση μιας βαθύτερης κοινωνικής κρίσης: μιας ολόκληρης γενιάς που βλέπει το δημόσιο σχολείο και το πανεπιστήμιο να υποβαθμίζονται, την εργασία να γίνεται επισφαλής, τη στέγη απρόσιτη και το μέλλον της να υποθηκεύεται στο όνομα της λιτότητας, της ανταγωνιστικότητας και της πολεμικής οικονομίας.

Στη Γαλλία το κίνημα ξεκίνησε από σχολεία των λαϊκών προαστίων και εξαπλώθηκε σε εκατοντάδες λύκεια, δεκάδες πανεπιστήμια και πολλές πόλεις. Στις 6 Οκτωβρίου περισσότεροι από 266.000 άνθρωποι διαδήλωσαν σε όλη τη χώρα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρχών, με μαζικά σχολικά μπλόκα και αποχές από τα μαθήματα. Οι κινητοποιήσεις ανέδειξαν τις κενές θέσεις εκπαιδευτικών, τα υπερφορτωμένα τμήματα, τις φθαρμένες εγκαταστάσεις, την εξουθενωτική καθημερινότητα και το άγχος που προκαλούν οι μηχανισμοί εκπαιδευτικής επιλογής. Η ίδια η γαλλική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναγνωρίσει τα προβλήματα και να εξαγγείλει την πρόσληψη περίπου 3.000 αναπληρωτών εκπαιδευτικών.

Στο γαλλόφωνο Βέλγιο η αντίδραση στρέφεται εναντίον ενός σχεδίου περικοπών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στην εκπαίδευση, της αύξησης των διδάκτρων και της επιδείνωσης των όρων εργασίας των εκπαιδευτικών. Στις 9 Οκτωβρίου δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, εκπαιδευτικοί και φοιτητές διαδήλωσαν στις Βρυξέλλες κατά της λιτότητας, των αλλαγών στις συντάξεις και της αποδυνάμωσης των δημόσιων υπηρεσιών. Οι εκτιμήσεις κυμάνθηκαν από 30.000 έως 50.000 διαδηλωτές.

Αυτή ακριβώς η συνάντηση της νεολαίας με τον κόσμο της εργασίας αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο των κινητοποιήσεων. Όταν το μαθητικό μπλόκ παραμένει απομονωμένο, μπορεί να εξαντληθεί ή να κατασταλεί. Όταν όμως συνδέεται με τους εκπαιδευτικούς, τα συνδικάτα, τους εργαζομένους στις μεταφορές, στην υγεία και στις δημόσιες υπηρεσίες, μετατρέπεται σε εστία μιας πολύ ευρύτερης κοινωνικής σύγκρουσης.

Η εξέγερση αποκαλύπτει την πραγματική Ευρώπη

Το γαλλικό και το βελγικό κίνημα δεν προέκυψαν από το πουθενά. Είναι προϊόν μιας Ευρώπης στην οποία η δημόσια εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως κόστος, ενώ η στρατιωτικοποίηση παρουσιάζεται ως αδιαπραγμάτευτη ανάγκη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διακηρύσσει ότι το σχέδιο “Readiness 2030” μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για έως και 800 δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετων αμυντικών δαπανών. Παράλληλα, το Συμβούλιο της ΕΕ παραδέχεται ότι οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες περιορίζουν τις δημόσιες δαπάνες, αλλά θεσπίζεται ειδική ευελιξία ακριβώς για την αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών.

Επομένως, το ζήτημα δεν είναι ότι «δεν υπάρχουν χρήματα». Το ζήτημα είναι ποιος αποφασίζει πού κατευθύνονται. Για εξοπλισμούς, επιδοτήσεις μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος οι δημοσιονομικοί κανόνες μπορούν να γίνουν ελαστικοί. Για σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, κοινωνική κατοικία και αξιοπρεπείς μισθούς παρουσιάζονται ως απαράβατοι νόμοι.

Αυτή είναι η ουσία του σημερινού ευρωπαϊκού νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Η πολιτική του «ακροκέντρου» υπόσχεται εκσυγχρονισμό, αλλά παράγει ιδιωτικοποίηση, κοινωνικό αποκλεισμό και αυταρχισμό. Επικαλείται την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, ενώ οργανώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ εργαζομένων και λαών. Μιλά για δημοκρατικές αξίες, αλλά αντιμετωπίζει τη νεολαία ως πρόβλημα δημόσιας τάξης όταν αυτή διεκδικεί λόγο για το μέλλον της.

Η εξέγερση δεν είναι ακόμη επανάσταση

Οφείλουμε, όμως, να είμαστε πολιτικά ακριβείς. Οι σημερινές κινητοποιήσεις, όσο μαζικές και μαχητικές κι αν είναι, δεν αποτελούν ακόμη επανάσταση. Αποτελούν, όμως, το υλικό από το οποίο μπορεί να γεννηθεί μια δημοκρατική και κοινωνική επαναστατική διαδικασία.

Μια εξέγερση γίνεται επανάσταση όχι όταν αυξάνονται τα σπασμένα τζάμια, αλλά όταν αλλάζει ο συσχετισμός κοινωνικής δύναμης: όταν οι καταπιεζόμενοι οργανώνονται, αποκτούν κοινό πρόγραμμα, δημιουργούν δικούς τους δημοκρατικούς θεσμούς και διεκδικούν την πολιτική εξουσία για να μετασχηματίσουν την οικονομία και την κοινωνία.

Η τυφλή βία, οι εμπρησμοί και οι επιθέσεις χωρίς πολιτικό στόχο δεν αποτελούν απόδειξη ριζοσπαστισμού. Στο Βέλγιο, παρά τον κατά βάση ειρηνικό χαρακτήρα των μεγάλων διαδηλώσεων, καταγράφηκαν επεισόδια και καταστροφές από μικρότερες ομάδες. Τέτοιες ενέργειες απομονώνουν το κίνημα από την κοινωνία, διευκολύνουν την κρατική καταστολή και επιτρέπουν στην εξουσία να εξαφανίσει τα αιτήματα πίσω από εικόνες χάους.

Η επαναστατική στρατηγική δεν ταυτίζεται με τη στρατιωτικοποίηση του κινήματος. Ταυτίζεται με την ικανότητά του να κινητοποιεί εκατομμύρια ανθρώπους, να παραλύει δημοκρατικά την οικονομική λειτουργία, να αποσύρει τη λαϊκή συναίνεση από την κυβερνητική πολιτική και να οικοδομεί μια αξιόπιστη εναλλακτική εξουσία.

Ποια πολιτική πρωτοπορία χρειάζεται

Η αυθόρμητη αγανάκτηση δεν αρκεί. Χωρίς οργάνωση, συνέχεια και πολιτικό σχέδιο, ακόμη και η μεγαλύτερη κινητοποίηση μπορεί να κουραστεί, να κατακερματιστεί ή να περιοριστεί σε μικρές κυβερνητικές παραχωρήσεις. Η εξαγγελία προσλήψεων στη Γαλλία δείχνει ότι η κινητοποίηση μπορεί να αποσπά κατακτήσεις· δείχνει, όμως, και πώς μια κυβέρνηση μπορεί να επιχειρήσει να εκτονώσει ένα συνολικό κίνημα με αποσπασματικά μέτρα.

Χρειάζεται επομένως πολιτική πρωτοπορία. Όχι μια αυτοδιορισμένη ηγεσία που θα διατάζει τη νεολαία. Όχι ένα κλειστό κόμμα-ιδιοκτήτης του κινήματος. Και ασφαλώς όχι ένας παράνομος ή στρατιωτικοποιημένος μηχανισμός που θα υποκαθιστά τη μαζική δράση.

Η αναγκαία πρωτοπορία πρέπει να είναι:

  • πολιτικά συγκροτημένη και σοσιαλιστικά προσανατολισμένη,
  • δημόσια και όχι συνωμοτική,
  • πλουραλιστική και βαθιά δημοκρατική,
  • εκλεγμένη από τις συνελεύσεις,
  • ανακλητή οποιαδήποτε στιγμή,
  • οικονομικά διαφανής,
  • διεθνιστική και ταυτόχρονα προσηλωμένη στη λαϊκή κυριαρχία,
  • απολύτως ανεξάρτητη από κυβερνήσεις, επιχειρηματικά συμφέροντα και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.

Πρωτοπορία δεν είναι εκείνος που κάνει την πιο θεαματική σύγκρουση. Είναι εκείνος που βοηθά περισσότερους ανθρώπους να συμμετέχουν, να οργανώνονται και να συνειδητοποιούν τη δύναμή τους.

Ένα κοινό πρόγραμμα ευρωπαϊκής κοινωνικής ρήξης

Οι κινητοποιήσεις χρειάζονται ένα σαφές πολιτικό πρόγραμμα που να ενώνει μαθητές, φοιτητές και εργαζομένους. Ένας τέτοιος άξονας θα μπορούσε να περιλαμβάνει:

  1. Πλήρη ανατροπή των περικοπών στην εκπαίδευση. Μαζικές προσλήψεις μόνιμων εκπαιδευτικών, μείωση του αριθμού μαθητών ανά τμήμα και δημόσιο πρόγραμμα ανακαίνισης σχολείων και πανεπιστημίων.
  2. Πραγματικά δωρεάν δημόσια εκπαίδευση. Κατάργηση ή αντιστροφή των αυξήσεων στα δίδακτρα, φοιτητική στέγη, επαρκείς υποτροφίες και δωρεάν μετακινήσεις, σίτιση και εκπαιδευτικό υλικό.
  3. Κατάργηση των ταξικών και αδιαφανών μηχανισμών αποκλεισμού. Οι γαλλικές φοιτητικές οργανώσεις ζητούν ήδη την κατάργηση συστημάτων όπως το Parcoursup και το Mon Master, τη δημιουργία νέων θέσεων σπουδών και ουσιαστική συμμετοχή των φοιτητών στη διοίκηση.
  4. Ριζική φορολόγηση του μεγάλου πλούτου και των υπερκερδών. Κατάργηση των φορολογικών προνομίων των πολυεθνικών, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και μεταφορά πόρων προς την παιδεία, την υγεία και την κοινωνική κατοικία.
  5. Δημόσιος και κοινωνικός έλεγχος των στρατηγικών τομέων. Ενέργεια, μεταφορές, νερό, βασικές υποδομές και κρίσιμες χρηματοπιστωτικές λειτουργίες δεν μπορούν να λειτουργούν αποκλειστικά με κριτήριο το ιδιωτικό κέρδος.
  6. Εγγυημένη εργασία και αξιοπρεπής ζωή για τη νέα γενιά. Κατώτατοι μισθοί που καλύπτουν το κόστος ζωής, προστασία των συλλογικών συμβάσεων, περιορισμός της επισφάλειας και δημόσια προγράμματα κοινωνικά και οικολογικά χρήσιμης απασχόλησης.
  7. Δημοκρατικά δικαιώματα και λογοδοσία των μηχανισμών καταστολής. Ανεξάρτητη διερεύνηση κάθε καταγγελίας αστυνομικής αυθαιρεσίας, αναγνώριση των διακριτικών των αστυνομικών και πραγματικός δικαστικός και κοινοβουλευτικός έλεγχος.
  8. Απόρριψη της Ευρώπης της λιτότητας και της πολεμικής οικονομίας. Οι κοινωνικές δαπάνες πρέπει να εξαιρεθούν από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Η ευρωπαϊκή συνεργασία πρέπει να οικοδομηθεί στη βάση της ειρήνης, της ισότιμης συνεργασίας των λαών και της κοινωνικής ασφάλειας.
  9. Αντιφασιστική και αντιρατσιστική ενότητα. Ίσα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα ανεξάρτητα από καταγωγή, θρησκεία ή χρώμα. Καμία ανοχή στη μετατροπή του μετανάστη, του πρόσφυγα ή του φτωχού μαθητή σε αποδιοπομπαίο τράγο.
  10. Δημοκρατική επανίδρυση της Ευρώπης. Περισσότερη εξουσία στους λαούς και λιγότερη σε ανεξέλεγκτους τεχνοκρατικούς μηχανισμούς, τραπεζικά συμφέροντα και λόμπι. Μια Ευρώπη κυρίαρχων λαών, κοινωνικής δικαιοσύνης και συνεργασίας — όχι μια ένωση αγορών, λιτότητας και εξοπλισμών.

Από τα αιτήματα στην οργανωμένη δύναμη

Το πρόγραμμα χρειάζεται συγκεκριμένο σχέδιο δράσης.

Πρώτον, γενικές συνελεύσεις παντού. Σε κάθε σχολείο, πανεπιστήμιο και σχολή πρέπει να λειτουργούν ανοιχτές συνελεύσεις που θα εκλέγουν ανακλητούς αντιπροσώπους. Οι αποφάσεις για καταλήψεις, διαδηλώσεις και διαπραγματεύσεις πρέπει να λαμβάνονται δημόσια και συλλογικά.

Δεύτερον, πανεθνικός συντονισμός. Οι τοπικές συνελεύσεις οφείλουν να συγκροτήσουν εθνικά συντονιστικά όργανα στη Γαλλία και στο Βέλγιο, με συγκεκριμένες εντολές και περιορισμένη θητεία. Χρειάζεται κοινός χάρτης δέκα έως δώδεκα αδιαπραγμάτευτων αιτημάτων.

Τρίτον, οργανική σύνδεση με το εργατικό κίνημα. Φοιτητές και μαθητές πρέπει να απευθυνθούν απευθείας στα πρωτοβάθμια σωματεία, στους συλλόγους εκπαιδευτικών και στους εργαζομένους των δημόσιων υπηρεσιών. Στόχος πρέπει να είναι η κλιμάκωση προς συντονισμένες απεργίες, κυλιόμενες κινητοποιήσεις και, όταν έχει οικοδομηθεί η αναγκαία κοινωνική υποστήριξη, πανεθνική γενική απεργία.

Τέταρτον, κοινό πανευρωπαϊκό κέντρο συντονισμού. Αντιπροσωπείες των γαλλικών και βελγικών συνελεύσεων πρέπει να απευθύνουν πρόσκληση σε μαθητικά, φοιτητικά και εργατικά κινήματα της υπόλοιπης Ευρώπης. Μια πρώτη πανευρωπαϊκή ημέρα δράσης μπορεί να προετοιμάσει ένα Δημοκρατικό Συνέδριο Νεολαίας και Εργασίας, με κοινό πρόγραμμα και εκλεγμένο συντονιστικό.

Πέμπτον, οργανωμένη πολιτική ανυπακοή. Αποχές, καταλήψεις, καθιστικές διαμαρτυρίες, αποκλεισμοί διοικητικών κέντρων και άλλες μορφές πίεσης μπορούν να κλιμακωθούν με αυστηρή μη βίαιη περιφρούρηση. Σκοπός δεν είναι η τυχαία σύγκρουση με τον πολίτη, αλλά η στοχευμένη πολιτική πίεση στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Έκτον, κοινωνικές δομές αλληλεγγύης. Νομική υποστήριξη, ταμεία απεργών, ομάδες πρώτων βοηθειών, συλλογικές κουζίνες και δίκτυα φιλοξενίας είναι αναγκαία για να αντέξει ένα μακρόχρονο κίνημα.

Έβδομον, ανεξάρτητη ενημέρωση και τεκμηρίωση. Το κίνημα χρειάζεται δικά του μέσα ενημέρωσης, δημόσιο αρχείο αποφάσεων και επαληθευμένες καταγραφές περιστατικών καταστολής. Κάθε σοβαρή καταγγελία πρέπει να τεκμηριώνεται. Η αξιοπιστία αποτελεί πολιτικό όπλο.

Όγδοον, πολιτικό μέτωπο χωρίς ιδιοκτησιακές λογικές. Η κινητοποίηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην κοινωνική διαμαρτυρία. Χρειάζεται ένα ανοιχτό δημοκρατικό και σοσιαλιστικό μέτωπο, ικανό να παρεμβαίνει και στις εκλογές χωρίς να μετατρέπει τις συνελεύσεις σε μηχανισμό οποιουδήποτε κόμματος. Το κοινωνικό κίνημα πρέπει να διατηρεί την αυτονομία του και ο πολιτικός φορέας να λογοδοτεί σε αυτό — όχι το αντίστροφο.

Πώς αποτρέπεται η ακροδεξιά ιδιοποίηση

Η ακροδεξιά θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί την πραγματική οργή, παρουσιάζοντας ως υπεύθυνους τους μετανάστες, τις μειονότητες ή τους φτωχότερους. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο ηθική καταγγελία. Πρέπει να είναι κοινωνική και πολιτική.

Το κίνημα οφείλει να δείξει ότι ο αντίπαλος δεν είναι ο μαθητής άλλης καταγωγής, αλλά η πολιτική που κλείνει το σχολείο και χρηματοδοτεί το ολιγοπώλιο. Δεν είναι ο πρόσφυγας, αλλά η εργοδοσία που συμπιέζει μισθούς και δικαιώματα. Δεν είναι ένας άλλος λαός της Ευρώπης, αλλά το σύστημα που επιβάλλει σε όλους λιτότητα, ανασφάλεια και ανταγωνισμό.

Παράλληλα χρειάζεται δημοκρατική, μαζική αντιφασιστική περιφρούρηση. Καμία ανοχή σε ναζιστικά σύμβολα, ρατσιστικά συνθήματα ή επιθέσεις. Καμία, όμως, υποκατάσταση της πολιτικής πάλης από κλειστές ομάδες που αποφασίζουν ποιος δικαιούται να μιλήσει. Η καλύτερη άμυνα απέναντι στον φασισμό είναι ένα κίνημα κοινωνικά χρήσιμο, δημοκρατικά οργανωμένο και ικανό να δίνει πραγματικές απαντήσεις στην καθημερινή ανασφάλεια.

Το ιστορικό στοίχημα

Η νεολαία της Γαλλίας και του Βελγίου έχει ήδη αποδείξει ότι η κοινωνική ακινησία δεν είναι αιώνια. Έχει επιβάλει το ζήτημα της εκπαίδευσης στην πολιτική ατζέντα, έχει υποχρεώσει κυβερνήσεις να κάνουν παραχωρήσεις και έχει αρχίσει να συναντά τον οργανωμένο κόσμο της εργασίας.

Αλλά η σπίθα από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται κοινωνικό καύσιμο, πολιτική κατεύθυνση και δημοκρατική οργάνωση.

Η επιλογή δεν βρίσκεται ανάμεσα στην παθητική αναμονή των επόμενων εκλογών και στον τυφλό συγκρουσιασμό. Υπάρχει ένας δυσκολότερος αλλά αποτελεσματικότερος δρόμος: μαζική πολιτική ανυπακοή, εργατικός και φοιτητικός συντονισμός, παρατεταμένες απεργίες, κοινωνική αλληλεγγύη, ανεξάρτητη ενημέρωση, δημοκρατικός έλεγχος των ηγεσιών και συγκρότηση ενός πανευρωπαϊκού σοσιαλιστικού πολιτικού μετώπου.

Επανάσταση σήμερα σημαίνει να αλλάξει ριζικά το ποιος αποφασίζει, ποιος κατέχει τον κοινωνικό πλούτο, ποιος ελέγχει τις στρατηγικές υποδομές και για ποιες ανάγκες λειτουργεί η οικονομία. Σημαίνει να περάσει η εξουσία από τις αγορές, τα ολιγοπώλια και τις ανεξέλεγκτες γραφειοκρατίες στους εργαζομένους και στους δημοκρατικά οργανωμένους λαούς.

Τα σχολεία και τα πανεπιστήμια μπορούν να αποτελέσουν τα εργαστήρια αυτής της νέας δημοκρατίας. Οι απεργίες μπορούν να γίνουν η υλική της δύναμη. Και η πολιτική οργάνωση μπορεί να μετατρέψει τη διάχυτη οργή σε πρόγραμμα εξουσίας.

Το στοίχημα δεν είναι απλώς να υποχωρήσει μία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Είναι να ηττηθεί μια ολόκληρη πολιτική που καταδικάζει τη νέα γενιά να ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη. Να οικοδομηθεί μια άλλη Ευρώπη: ειρηνική, δημοκρατική, ανεξάρτητη από τα ολιγαρχικά συμφέροντα, κοινωνικά δίκαιη και σοσιαλιστική.

Η νεολαία άναψε τη σπίθα. Το καθήκον τώρα είναι να γίνει η σπίθα συνειδητή, οργανωμένη και ακατάβλητη κοινωνική δύναμη.

Υπάρχουν κυβερνητικές αποτυχίες που διορθώνονται. Υπάρχουν λανθασμένες επιλογές που μια επόμενη πολιτική μπορεί να ανατρέψει.

Υπάρχουν όμως και ιστορικές ευκαιρίες που περνούν μία φορά.

Το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν μία από αυτές.

Η Ελλάδα βρέθηκε, μετά από μια δεκαετία μνημονίων και μια παγκόσμια πανδημία, με σχεδόν 36 δισεκατομμύρια ευρώ διαθέσιμα για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις: 18,22 δισ. σε επιχορηγήσεις και 17,73 δισ. σε δάνεια. Ένα χρηματοδοτικό μέγεθος που δύσκολα θα ξαναβρεθεί στη διάθεση μιας ελληνικής κυβέρνησης.

Δεν ήταν απλώς ένα ακόμη ΕΣΠΑ.

Ήταν η δυνατότητα να σχεδιαστεί η Ελλάδα των επόμενων είκοσι ή τριάντα χρόνων.

Να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο.

Να αποκτήσει η χώρα σύγχρονες δημόσιες υποδομές.

Να ξαναχτιστεί το κοινωνικό κράτος.

Να μειωθούν οι τεράστιες περιφερειακές ανισότητες.

Να αποκτήσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρόσβαση σε κεφάλαια.

Να επιστρέψει η βιομηχανική πολιτική.

Να αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση.

Να γίνει η πράσινη μετάβαση κοινωνική πολιτική και όχι απλώς μια νέα αγορά για λίγους μεγάλους παίκτες.

Να αποκτήσει, επιτέλους, το ελληνικό κράτος την ικανότητα να σχεδιάζει.

Και αυτό ακριβώς είναι το μέτρο με το οποίο πρέπει να κριθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Όχι από το πόσα δελτία Τύπου εξέδωσε.

Όχι από το πόσες φορές χρησιμοποίησε τη λέξη «μεταρρύθμιση».

Ούτε από το αν κατάφερε να μεταφέρει λογιστικά δισεκατομμύρια από τους ευρωπαϊκούς λογαριασμούς στους ελληνικούς.

Το ερώτημα είναι πολύ πιο απλό:

Τι χώρα θα μείνει πίσω όταν κλείσει το Ταμείο Ανάκαμψης;

Και εκεί αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.

Η «απορρόφηση» δεν είναι αναπτυξιακό σχέδιο

Η κυβέρνηση έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα μιας επιτυχημένης «απορρόφησης».

Αλλά η απορρόφηση ενός κονδυλίου δεν αποτελεί από μόνη της αναπτυξιακή πολιτική.

Άλλο να δαπανάς χρήματα και άλλο να αλλάζεις μια οικονομία.

Άλλο να αγοράζεις εξοπλισμό και άλλο να δημιουργείς εγχώρια τεχνογνωσία.

Άλλο να επιδοτείς μια επένδυση και άλλο να δημιουργείς έναν νέο παραγωγικό κλάδο.

Άλλο να ψηφιοποιείς μια διαδικασία και άλλο να δημιουργείς αποτελεσματικό κράτος.

Και άλλο να χρηματοδοτείς «πράσινες επενδύσεις» και άλλο να εξασφαλίζεις ότι το οικονομικό όφελος της ενεργειακής μετάβασης φτάνει στο νοικοκυριό, στον εργαζόμενο και στη μικρή επιχείρηση.

Τον Απρίλιο του 2026 η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο, δηλαδή περίπου το 68,5% της συνολικής χρηματοδότησης, ενώ είχε εκπληρωθεί το 53% των οροσήμων και στόχων του σχεδίου.

Αυτό αποδεικνύει πρόοδο στην εφαρμογή.

Δεν αποδεικνύει όμως από μόνο του παραγωγικό μετασχηματισμό.

Αυτός θα κριθεί από όσα θα υπάρχουν στη χώρα όταν τα ευρωπαϊκά χρήματα σταματήσουν.

Ένα σχέδιο που άλλαζε συνεχώς

Υπάρχει και ένα δεύτερο σοβαρό πολιτικό ζήτημα.

Το «Ελλάδα 2.0» εγκρίθηκε το 2021 και στη συνέχεια αναθεωρήθηκε επανειλημμένα: το 2023, δύο φορές το 2024, δύο φορές το 2025 και ξανά το 2026. Η ίδια η επίσημη σελίδα του Ταμείου καταγράφει αυτές τις διαδοχικές τροποποιήσεις.

Οι αναθεωρήσεις δεν είναι από μόνες τους κακές. Ένα μεγάλο πρόγραμμα οφείλει να προσαρμόζεται στις συνθήκες.

Όταν όμως η προσαρμογή γίνεται σχεδόν μόνιμη κατάσταση, μέχρι την εκπνοή του προγράμματος, το εύλογο ερώτημα είναι άλλο:

Υπήρξε εξαρχής πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο ή υπήρχε ένας μεγάλος κατάλογος έργων που διαρκώς αναδιαμορφωνόταν ώστε να προλάβει τις προθεσμίες;

Για μια κυβέρνηση που έκανε σημαία της τον «επιτελικό σχεδιασμό», αυτό το ερώτημα μόνο αμελητέο δεν είναι.


Τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει με 36 δισεκατομμύρια

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η πραγματική πολιτική συζήτηση.

Όχι στο αν ολοκληρώθηκε το τάδε ορόσημο.

Αλλά στο τι μπορούσε να γίνει και δεν έγινε ως κεντρική εθνική επιλογή.

1. Να ξαναφτιάξουμε παραγωγική οικονομία

Η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε αποφασίσει ότι ένα σημαντικό μέρος του Ταμείου θα χρησιμοποιούνταν για να ξαναχτιστούν παραγωγικές αλυσίδες μέσα στη χώρα.

Αγροδιατροφή υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Φαρμακοβιομηχανία.

Βιοτεχνολογία.

Ηλεκτρονικός και ενεργειακός εξοπλισμός.

Τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας.

Ναυπηγοεπισκευή και ναυτιλιακή τεχνολογία.

Λογισμικό.

Πολιτιστικές και δημιουργικές βιομηχανίες.

Προηγμένα υλικά.

Έρευνα συνδεδεμένη με ελληνική παραγωγή.

Κάθε μεγάλη χρηματοδότηση θα μπορούσε να συνοδεύεται από ένα απλό ερώτημα:

Πόση προστιθέμενη αξία θα παραχθεί στην Ελλάδα;

Πόσες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας;

Πόση τεχνογνωσία;

Πόσες ελληνικές επιχειρήσεις θα ενταχθούν στην εφοδιαστική αλυσίδα;

Πόσες εξαγωγές θα δημιουργηθούν;

Αντί να χρηματοδοτούμε απλώς επενδύσεις, θα μπορούσαμε να χρηματοδοτούμε μια νέα παραγωγική δομή της χώρας.


2. Να χρηματοδοτήσουμε τη μικρή και μεσαία επιχείρηση, όχι μόνο εκείνον που ήδη μπορεί να δανειστεί

Ένα τεράστιο μέρος του ελληνικού παραγωγικού ιστού αποτελείται από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Για αυτές, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι «δεν έχουν καλές ιδέες».

Είναι ότι συχνά δεν διαθέτουν την τραπεζική εικόνα, τις εγγυήσεις και τα ίδια κεφάλαια που απαιτούνται για να μπουν σε ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα.

Εδώ χρειαζόταν μια διαφορετική αρχιτεκτονική:

ισχυρή Αναπτυξιακή Τράπεζα,

δημόσιες εγγυήσεις,

μικροχρηματοδοτήσεις,

συνεργατικά παραγωγικά σχήματα,

τοπικά επενδυτικά εργαλεία,

ειδικά προγράμματα για μικρές επιχειρήσεις της περιφέρειας.

Γιατί η ανάπτυξη δεν είναι πραγματική όταν χρηματοδοτεί κυρίως εκείνον που είχε ήδη πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα.


3. Να αντιμετωπίσουμε τη στεγαστική κρίση πριν γίνει κοινωνική βόμβα

Η χώρα μπορούσε να έχει σήμερα ένα μεγάλο απόθεμα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας.

Δημόσια κτίρια θα μπορούσαν να έχουν ανακαινιστεί.

Κενές κατοικίες να έχουν ενταχθεί, με κίνητρα και δημόσια εγγύηση, σε σύστημα μακροχρόνιας προσιτής μίσθωσης.

Οι Δήμοι να διαθέτουν δημοτική κατοικία.

Νέοι εργαζόμενοι, οικογένειες, εκπαιδευτικοί, γιατροί και δημόσιοι υπάλληλοι σε τουριστικές ή νησιωτικές περιοχές να έχουν πρόσβαση σε κατοικίες με ελεγχόμενο κόστος.

Όχι μόνο βοήθεια για να αγοράσεις ακριβότερα ένα ήδη ακριβό σπίτι.

Αλλά πολιτική που αυξάνει πραγματικά το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών.


4. Να κάνουμε την πράσινη μετάβαση κοινωνική

Δισεκατομμύρια κατευθύνθηκαν, δικαίως, στην πράσινη μετάβαση — το επίσημο σχέδιο προβλέπει πάνω από το ένα τρίτο των πόρων για σχετικούς στόχους.

Αλλά μπορούσαμε να είχαμε πάει πολύ μακρύτερα.

Φωτοβολταϊκά σε κάθε σχολείο και δημόσιο κτίριο όπου είναι τεχνικά εφικτό.

Ενεργειακές κοινότητες Δήμων και πολιτών.

Μαζικά προγράμματα θερμομόνωσης.

Αντλίες θερμότητας για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

Τοπικά συστήματα αποθήκευσης.

Ενεργειακά αυτόνομους ορεινούς και νησιωτικούς οικισμούς.

Η πράσινη μετάβαση θα μπορούσε να έχει έναν πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό στόχο:

να πληρώνει ο πολίτης λιγότερη ενέργεια.

Όχι απλώς να αλλάξει εκείνος που του την πουλάει.


5. Να αφήσουμε πίσω ένα άλλο ΕΣΥ

Μετά την πανδημία, η πολιτική προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι αυτονόητη.

Νοσοκομεία.

Κέντρα Υγείας.

Πρωτοβάθμια περίθαλψη.

Σύγχρονα εργαστήρια.

Ψηφιακές υποδομές.

Υγειονομικές μονάδες στην περιφέρεια.

Και, πάνω απ’ όλα, άνθρωποι.

Γιατί ένα ανακαινισμένο νοσοκομείο χωρίς γιατρούς και νοσηλευτές είναι ένα ωραίο κτίριο.

Δεν είναι δημόσιο σύστημα υγείας.


6. Να ξαναφτιάξουμε τον ελληνικό σιδηρόδρομο και τις δημόσιες μεταφορές

Μια χώρα που μιλά για πράσινη μετάβαση θα μπορούσε να είχε θέσει ως εθνικό έργο την αναγέννηση του σιδηροδρόμου.

Όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις.

Ένα δίκτυο ασφαλές, ηλεκτροκίνητο, σύγχρονο, που να συνδέει λιμάνια, βιομηχανικές περιοχές και πόλεις.

Και μαζί του περιφερειακές δημόσιες συγκοινωνίες, μικρά ηλεκτρικά λεωφορεία, έξυπνα συστήματα μετακίνησης στις αγροτικές και νησιωτικές περιοχές.

Αυτό θα ήταν πράσινη μετάβαση.

Και ταυτόχρονα κοινωνική πολιτική.


7. Να σώσουμε την ελληνική περιφέρεια πριν ερημώσει

Το μεγαλύτερο πρόβλημα πολλών ελληνικών περιοχών δεν είναι πλέον μόνο οικονομικό.

Είναι δημογραφικό.

Χωριά και μικρές πόλεις χάνουν πληθυσμό, υπηρεσίες και νέους ανθρώπους.

Ένα πραγματικά εθνικό Ταμείο Ανάκαμψης θα μπορούσε να έχει σαφή γεωγραφική διάσταση.

Να γνωρίζει ο πολίτης:

πόσα χρήματα πήγαν στην Πελοπόννησο,

πόσα στην Ήπειρο,

πόσα στη Θράκη,

πόσα στη Δυτική Μακεδονία,

πόσα στα νησιά,

και κυρίως τι άλλαξαν εκεί.

Θέσεις εργασίας.

Υπηρεσίες.

Σχολεία.

Υγεία.

Μεταφορές.

Ψηφιακή συνδεσιμότητα.

Τοπική παραγωγή.

Δεν αρκεί να αναπτύσσεται η χώρα.

Πρέπει να μπορείς και να ζήσεις σε ολόκληρη τη χώρα.


8. Και πάνω απ’ όλα: να χτίσουμε κράτος

Ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία.

Θα μπορούσαμε με αυτά τα δισεκατομμύρια να δημιουργήσουμε ένα δημόσιο που ξέρει να σχεδιάζει.

Ισχυρές τεχνικές υπηρεσίες στους Δήμους.

Μόνιμο επιστημονικό προσωπικό στις Περιφέρειες.

Δομές αξιολόγησης πολιτικών.

Μηχανισμούς ωρίμανσης έργων.

Δημόσια στελέχη που γνωρίζουν ευρωπαϊκά προγράμματα, δημόσιες συμβάσεις, χρηματοοικονομικά εργαλεία, περιβαλλοντικό σχεδιασμό.

Να τελειώσει η εποχή όπου σχεδόν κάθε σύνθετη δημόσια πολιτική χρειάζεται στρατιές εξωτερικών συμβούλων για να σχεδιαστεί.

Γιατί όταν αγοράζεις συνεχώς τεχνογνωσία, στο τέλος της σύμβασης η τεχνογνωσία φεύγει.

Όταν τη δημιουργείς στο Δημόσιο, μένει στη χώρα.


Το πραγματικό ερώτημα

Η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάσει έργα που έγιναν. Και πράγματι έγιναν επενδύσεις, ψηφιακές παρεμβάσεις, έργα ενέργειας, υγείας, εκπαίδευσης και υποδομών. Το ίδιο το ευρωπαϊκό σύστημα εκταμιεύσεων πιστοποιεί την εκπλήρωση σημαντικού αριθμού οροσήμων.

Αλλά αυτό δεν απαντά στο πολιτικό ερώτημα.

Με σχεδόν 36 δισεκατομμύρια ευρώ στη διάθεσή μας, αλλάξαμε χώρα;

Μειώσαμε την εξάρτηση της οικονομίας από τον τουρισμό, το real estate και την κατανάλωση;

Αποκτήσαμε νέα παραγωγική βάση;

Έγινε ισχυρότερο το ΕΣΥ;

Λύσαμε ή έστω αρχίσαμε να λύνουμε το στεγαστικό;

Αναστήσαμε τον σιδηρόδρομο;

Μειώσαμε τις περιφερειακές ανισότητες;

Δώσαμε πραγματική χρηματοδοτική ανάσα στη μικρή επιχείρηση;

Δημιουργήσαμε ισχυρότερο Δημόσιο;

Αφήσαμε στους νέους μια χώρα στην οποία αξίζει να μείνουν;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που έχουν σημασία.

Γιατί η μεγαλύτερη σπατάλη δημόσιου χρήματος δεν είναι μόνο να πληρώσεις κάτι ακριβότερα απ’ όσο αξίζει.

Υπάρχει και μια πολύ μεγαλύτερη μορφή σπατάλης:

να σπαταλήσεις μια ιστορική ευκαιρία.

Να περάσουν από τα χέρια μιας κυβέρνησης δεκάδες δισεκατομμύρια που θα μπορούσαν να αλλάξουν το παραγωγικό και κοινωνικό υπόδειγμα μιας ολόκληρης χώρας — και στο τέλος η βασική δομή της οικονομίας να παραμείνει σχεδόν η ίδια.

Το Ταμείο Ανάκαμψης μπορούσε να είναι ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.

Μια συμφωνία ότι μετά από δέκα χρόνια λιτότητας, κρίσεων και πανδημίας, η ανάπτυξη δεν θα μετριέται μόνο σε ποσοστά ΑΕΠ.

Θα μετριέται στον μισθό.

Στο νοίκι.

Στον λογαριασμό του ρεύματος.

Στο νοσοκομείο.

Στο σχολείο.

Στο τρένο που λειτουργεί.

Στη μικρή επιχείρηση που μπορεί να επενδύσει.

Στο χωριό που εξακολουθεί να έχει ζωή.

Στον νέο επιστήμονα που δεν χρειάζεται να φύγει στο εξωτερικό.

Αυτό θα ήταν ανάκαμψη.

Και αυτό θα ήταν ανάπτυξη.

Όχι η διαχείριση των δισεκατομμυρίων ως ακόμη ενός χρηματοδοτικού προγράμματος, αλλά η χρησιμοποίησή τους για να αλλάξει η πορεία μιας χώρας.

Το «Ελλάδα 2.0» δημιουργήθηκε ακριβώς για να υποσχεθεί αυτή την Ελλάδα του μέλλοντος.

Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα, όταν κλείσουν οι τελευταίοι λογαριασμοί του Ταμείου, θα είναι αμείλικτο:

Πού είναι αυτή η Ελλάδα;